Η μεταμέλεια εμφανίζεται όταν συγκρίνουμε αυτό που συνέβη με μια καλύτερη εκδοχή όσων θα μπορούσαν να είχαν συμβεί. Μπορεί να μας βοηθήσει να μάθουμε από τις επιλογές μας, αλλά όταν μετατρέπεται σε επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό μπορεί να μας κρατά εγκλωβισμένους στο παρελθόν.
Οι άνθρωποι έχουμε την ικανότητα να επιστρέφουμε νοητικά στο παρελθόν και να αναλογιζόμαστε όχι μόνο τι συνέβη, αλλά και τι θα μπορούσε να είχε συμβεί:
Στην ψυχολογία, η διαδικασία κατά την οποία φανταζόμαστε μια εναλλακτική εκδοχή ενός γεγονότος ονομάζεται αντιπραγματική σκέψη. Συγκρίνουμε την πραγματικότητα με ένα υποθετικό σενάριο: αυτό που έγινε με αυτό που θα μπορούσε να είχε γίνει. Η μεταμέλεια είναι το δυσάρεστο συναίσθημα που βιώνουμε όταν συγκρίνουμε αυτό που συνέβη με μια υποθετική, καλύτερη εκδοχή του παρελθόντος. Συνήθως συνοδεύεται από την αίσθηση ότι θα μπορούσαμε να είχαμε ενεργήσει ή να είχαμε επιλέξει διαφορετικά.
Η δυνατότητα αυτή είναι σημαντική. Μας επιτρέπει να μαθαίνουμε από τις εμπειρίες, να διορθώνουμε τη συμπεριφορά μας και να προετοιμαζόμαστε καλύτερα για το μέλλον. Η σκέψη «εάν είχα προετοιμαστεί περισσότερο, ίσως να τα είχα πάει καλύτερα» μπορεί να μας κινητοποιήσει να προετοιμαστούμε διαφορετικά την επόμενη φορά.
Η ίδια διαδικασία, όμως, μπορεί να γίνει επιβαρυντική όταν επαναλαμβάνεται χωρίς να οδηγεί σε κάποιο νέο συμπέρασμα ή σε συγκεκριμένη πράξη. Η αντιπραγματική σκέψη μπορεί να υποστηρίξει τη μάθηση και τη μελλοντική προσαρμογή, αλλά μπορεί να γίνει δυσλειτουργική όταν μετατρέπεται σε άκαμπτο και επαναλαμβανόμενο μηρυκασμό. Με αυτόν τον τρόπο εγκλωβιζόμαστε σε έναν φαύλο κύκλο αυτοκριτικής, ενοχών και σκέψεων γύρω από μια ζωή που δε ζήσαμε.
Η μεταμέλεια δεν αφορά μόνο το παρελθόν. Πριν πάρουμε μια απόφαση, μπορεί να προσπαθούμε να προβλέψουμε εάν θα τη μετανιώσουμε στο μέλλον. Μπορεί, για παράδειγμα, να θέλουμε να εγκαταλείψουμε την εργασία μας ή να τερματίσουμε μια σχέση, αλλά να σκεφτόμαστε: «Κι αν φύγω και αργότερα καταλάβω ότι έκανα λάθος;».
Η αναμενόμενη μεταμέλεια μπορεί να μας βοηθήσει να εξετάσουμε πιο προσεκτικά τις συνέπειες μιας απόφασης. Δε λειτουργεί επομένως πάντοτε αρνητικά. Όταν όμως προσπαθούμε να εξασφαλίσουμε ότι δε θα μετανιώσουμε ποτέ, μπορεί να εγκλωβιστούμε στην αναζήτηση της τέλειας επιλογής. Αναλύουμε ξανά και ξανά τα ίδια δεδομένα, ζητάμε διαβεβαιώσεις από τους άλλους ή αναβάλλουμε την απόφαση, περιμένοντας να αισθανθούμε απόλυτη βεβαιότητα. Η βεβαιότητα αυτή συνήθως δεν έρχεται, αφού κάθε απόφαση περιλαμβάνει αβεβαιότητα, κάποιο κόστος και δρόμους που δε θα ακολουθήσουμε.
Το ζητούμενο δεν είναι να βρούμε μια επιλογή για την οποία δεν θα αμφιβάλλουμε ποτέ. Είναι να μπορέσουμε να αποφασίσουμε με τις πληροφορίες που διαθέτουμε, αποδεχόμενοι ότι δεν μπορούμε να γνωρίζουμε όλες τις μελλοντικές συνέπειες.
Η μεταμέλεια δεν εξαρτάται μόνο από το αρνητικό γεγονός. Επηρεάζεται και από τον τρόπο με τον οποίο το ερμηνεύουμε. Ας υποθέσουμε ότι ένας άνθρωπος αρνήθηκε μια επαγγελματική πρόταση. Λίγους μήνες αργότερα έχασε την εργασία του. Μπορεί να σκεφτεί:
Οι σκέψεις αυτές μπορεί να προκαλέσουν θλίψη, άγχος, ντροπή ή ενοχή. Το άτομο μπορεί στη συνέχεια να αναλύει διαρκώς την παλιά του απόφαση, να συγκρίνει τη σημερινή του ζωή με μια υποθετική καλύτερη ζωή ή να αποφεύγει νέες επιλογές από φόβο μήπως κάνει ξανά λάθος:

Όταν μετανιώνουμε, αξιολογούμε μια παλιά απόφαση χρησιμοποιώντας πληροφορίες που αποκτήσαμε αργότερα. Για παράδειγμα, μετά το τέλος μιας σχέσης μπορεί να σκεφτούμε: «Ήταν φανερό από την αρχή ότι δε θα πήγαινε καλά», ή μετά από μια αποτυχημένη επαγγελματική επιλογή «Έπρεπε να είχα προβλέψει τι θα συνέβαινε».
Αυτό που μοιάζει ξεκάθαρο σήμερα δεν ήταν απαραίτητα ξεκάθαρο τότε. Τη στιγμή της απόφασης δεν γνωρίζαμε το αποτέλεσμα. Είχαμε περιορισμένες πληροφορίες, διαφορετικές ανάγκες και πιθανόν αρκετές ενδείξεις που επέτρεπαν περισσότερες από μία ερμηνείες. Συχνά μετανιώνουμε αφού μάθαμε το αποτέλεσμα, επειδή πιστεύουμε ότι θα έπρεπε να το είχαμε προβλέψει. Όμως, δεν αποφασίσαμε τότε γνωρίζοντας όσα γνωρίζουμε τώρα.
Η μεταμέλεια συνδέεται συνήθως με την πεποίθηση ότι είχαμε κάποια δυνατότητα να ενεργήσουμε διαφορετικά. Αυτό όμως δε σημαίνει ότι είχαμε τον πλήρη έλεγχο της έκβασης. Μπορεί να είμαστε υπεύθυνοι για ένα μέρος μιας κατάστασης, αλλά όχι για όλα όσα συνέβησαν.
Οι σχέσεις επηρεάζονται από τις επιλογές και των δύο ανθρώπων. Η επαγγελματική πορεία επηρεάζεται από τις δικές μας αποφάσεις, αλλά και από τις οικονομικές συνθήκες, τις διαθέσιμες ευκαιρίες και τυχαία γεγονότα. Η υγεία επηρεάζεται από τη συμπεριφορά μας, αλλά δεν εξαρτάται αποκλειστικά από αυτή.
Η ανάληψη της ευθύνης που μας αναλογεί μπορεί να είναι χρήσιμη. Μας επιτρέπει να αναγνωρίσουμε τι χρειάζεται να αλλάξουμε. Όταν όμως αναλαμβάνουμε την ευθύνη για κάθε παράγοντα που συνέβαλε στο αποτέλεσμα, αποδίδουμε στον εαυτό μας έναν βαθμό γνώσης και ελέγχου που κανένας άνθρωπος δε διαθέτει.
Όταν μετανιώνουμε, συγκρίνουμε συχνά δύο άνισες εικόνες. Από τη μία πλευρά βρίσκεται η πραγματική μας ζωή, με τις δυσκολίες, τις απώλειες και τις απογοητεύσεις της. Από την άλλη βρίσκεται μια υποθετική ζωή από την οποία έχουμε αφαιρέσει τα προβλήματα:
Δε γνωρίζουμε όμως πώς θα είχε εξελιχθεί πραγματικά η διαφορετική επιλογή. Δε γνωρίζουμε ποιες δυσκολίες, απώλειες ή απρόβλεπτες καταστάσεις θα περιλάμβανε. Γνωρίζουμε τις δυσκολίες της ζωής που ζήσαμε, αλλά δε γνωρίζουμε τις δυσκολίες της ζωής που φανταζόμαστε. Επιπλέον, η αλλαγή μιας παλιάς απόφασης δεν θα άλλαζε μόνο το αρνητικό αποτέλεσμα. Θα μπορούσε να είχε αλλάξει ολόκληρη την πορεία της ζωής μας, μαζί με ανθρώπους, εμπειρίες και θετικές εξελίξεις που σήμερα θεωρούμε σημαντικές.
Δε χρειάζεται λοιπόν να πείσουμε τον εαυτό μας ότι κάναμε την καλύτερη επιλογή. Χρειάζεται να αναγνωρίσουμε ότι η πεποίθηση «η άλλη ζωή θα ήταν καλύτερη» είναι μια υπόθεση και όχι ένα γεγονός.
Η βασική διαφορά είναι ότι η μεταμέλεια περιλαμβάνει συνήθως τη σκέψη πως μια διαφορετική επιλογή θα μπορούσε να είχε οδηγήσει σε καλύτερο αποτέλεσμα. Η ενοχή αφορά περισσότερο την ηθική αξιολόγηση μιας πράξης, ενώ η απογοήτευση και η θλίψη δεν προϋποθέτουν ότι θεωρούμε τον εαυτό μας υπεύθυνο για όσα συνέβησαν.
| Συναίσθημα | Σε τι εστιάζει | Χαρακτηριστική σκέψη | Αίσθηση προσωπικής ευθύνης | Ηθική διάσταση | Παράδειγμα |
|---|---|---|---|---|---|
| Θλίψη | Σε μια απώλεια ή ένα δυσάρεστο γεγονός | «Λυπάμαι που συνέβη» | Δεν είναι απαραίτητη | Όχι απαραίτητα | Θλίβομαι για τον θάνατο ενός αγαπημένου ανθρώπου, παρότι δεν μπορούσα να τον αποτρέψω |
| Απογοήτευση | Στη διαφορά ανάμεσα σε αυτό που προσδοκούσαμε και σε αυτό που τελικά συνέβη | «Ήλπιζα ότι τα πράγματα θα πήγαιναν καλύτερα» | Μπορεί να υπάρχει ή να μην υπάρχει | Όχι απαραίτητα | Δεν επιλέχθηκα για μια θέση εργασίας, ενώ περίμενα ότι θα τα κατάφερνα |
| Ενοχή | Στην πεποίθηση ότι παραβιάσαμε μια προσωπική ή ηθική αρχή ή ότι βλάψαμε κάποιον | «Έκανα κάτι που δεν ήταν σωστό» | Συνήθως υπάρχει | Συνήθως ναι | Αισθάνομαι ενοχές επειδή μίλησα προσβλητικά σε έναν άνθρωπο και τον πλήγωσα |
| Μεταμέλεια | Στη σύγκριση της πραγματικής έκβασης με μια υποθετική καλύτερη έκβαση | «Εάν είχα επιλέξει διαφορετικά, ίσως τα πράγματα να είχαν πάει καλύτερα» | Συνήθως πιστεύουμε ότι θα μπορούσαμε να είχαμε ενεργήσει διαφορετικά | Όχι απαραίτητα | Μετανιώνω που δεν αποδέχτηκα μια επαγγελματική πρόταση ή που δεν πραγματοποίησα ένα ταξίδι |
Στην καθημερινή ζωή τα συναισθήματα αυτά μπορεί να συνυπάρχουν. Μπορεί να μετανιώνουμε για μια συμπεριφορά, να αισθανόμαστε ενοχές για τις συνέπειές της και θλίψη για όσα χάθηκαν.
Η μεταμέλεια δεν είναι από μόνη της δυσλειτουργική. Μπορεί να μας βοηθήσει να αναγνωρίσουμε ένα λάθος, να επανορθώσουμε και να συμπεριφερθούμε διαφορετικά στο μέλλον. Η λειτουργική μεταμέλεια οδηγεί σε ερωτήσεις όπως:
Η δυσλειτουργική μεταμέλεια επιστρέφει στα ίδια ερωτήματα χωρίς να οδηγεί σε νέα πληροφορία ή πράξη:
Στην πρώτη περίπτωση η μεταμέλεια λειτουργεί ως πληροφορία. Στη δεύτερη μετατρέπεται σε μηρυκασμό και αυτοτιμωρία. Η επαναλαμβανόμενη μεταμέλεια έχει συσχετιστεί με μεγαλύτερη ψυχολογική δυσφορία, καθώς και με συμπτώματα άγχους και κατάθλιψης. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος που μετανιώνει θα εμφανίσει κάποια ψυχική διαταραχή, ούτε ότι η μεταμέλεια αποτελεί από μόνη της αιτία κατάθλιψης.
Η μεταμέλεια μπορεί να ακολουθεί μια ιδιαίτερα αυστηρή λογική: «Έκανα ένα λάθος και πρέπει να επικρίνω τον εαυτό μου, ώστε να μην το επαναλάβω». Το άτομο μπορεί να πιστεύει ότι, εάν σταματήσει να τιμωρεί τον εαυτό του, θα σημαίνει ότι δικαιολογεί τη συμπεριφορά του:
Η αξιολόγηση μιας συγκεκριμένης συμπεριφοράς μετατρέπεται σε συνολική απόρριψη του εαυτού: το «πήρα μια λανθασμένη απόφαση» γίνεται «δεν μπορώ να πάρω σωστές αποφάσεις».
Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία μάς βοηθά να διαχωρίζουμε την ισοπεδωτική αυτομομφή από την εποικοδομητική ανάληψη ευθύνης. Στην πρώτη περίπτωση το λάθος μετατρέπεται σε συνολική κρίση για τον εαυτό. Στη δεύτερη αξιολογείται μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και αναζητείται ένας περισσότερο λειτουργικός τρόπος αντίδρασης.
Ορισμένες κλασικές έρευνες υποστήριξαν ότι, βραχυπρόθεσμα, οι άνθρωποι μπορεί να μετανιώνουν εντονότερα για πράξεις που είχαν αρνητικές συνέπειες. Με την πάροδο του χρόνου, όμως, είναι πιθανό να αποκτούν μεγαλύτερο βάρος οι παραλείψεις: οι ευκαιρίες που δεν αξιοποιήσαμε, οι σχέσεις που δεν διεκδικήσαμε, οι αλλαγές που αναβάλαμε ή όσα δεν τολμήσαμε να δοκιμάσουμε. Μια πιθανή εξήγηση είναι ότι οι πράξεις έχουν συγκεκριμένες και γνωστές συνέπειες, στις οποίες μπορούμε σταδιακά να προσαρμοστούμε. Οι παραλείψεις, αντίθετα, μπορούν να παραμένουν περισσότερο ανοιχτές στη φαντασία, επειδή δεν υπάρχει η πραγματική εμπειρία που θα περιόριζε το «τι θα μπορούσε να είχε συμβεί».
Νεότερη επανάληψη υποστήριξε το μοτίβο σε αρκετές, αλλά όχι σε όλες τις δοκιμασίες, και βρήκε γενικά ασθενέστερα αποτελέσματα. Επομένως, δεν μπορούμε να θεωρήσουμε ότι εμφανίζεται με τον ίδιο τρόπο σε όλους τους ανθρώπους και σε όλες τις συνθήκες.
Συμπερασματικά, δε σημαίνει ότι πρέπει να ακολουθούμε κάθε ευκαιρία από φόβο μήπως αργότερα μετανιώσουμε. Μπορούμε όμως να εξετάσουμε εάν αποφεύγουμε συστηματικά σημαντικές επιλογές, όχι επειδή δεν τις επιθυμούμε, αλλά επειδή δεν αντέχουμε την αβεβαιότητα ή την πιθανότητα μιας αποτυχίας.
Η μεταμέλεια μπορεί να εμφανιστεί σε διαφορετικές περιόδους της ζωής, αν και το περιεχόμενό της μεταβάλλεται.
Ένα παιδί μπορεί να μετανιώνει για μια συμπεριφορά που απομάκρυνε έναν φίλο του. Ένας έφηβος μπορεί να μετανιώνει επειδή δεν προσπάθησε στο σχολείο ή επειδή παρασύρθηκε από την παρέα του. Ένας νεότερος ενήλικας μπορεί να αμφιβάλλει για τις σπουδές ή την επιλογή συντρόφου. Αργότερα, οι μεταμέλειες μπορεί να αφορούν το χρόνο που αφιερώσαμε στην οικογένεια, την επαγγελματική μας πορεία, την υγεία ή τις επιθυμίες που εγκαταλείψαμε.
Έρευνα που συνέκρινε νεότερους ενήλικες, μεγαλύτερους ενήλικες χωρίς καταθλιπτική συμπτωματολογία και μεγαλύτερους ενήλικες με καταθλιπτική συμπτωματολογία έδειξε ότι οι μεγαλύτεροι ενήλικες χωρίς καταθλιπτική συμπτωματολογία επηρεάζονταν λιγότερο από τις χαμένες ευκαιρίες σε σύγκριση με τους νεότερους και τους μεγαλύτερους ενήλικες με καταθλιπτικά συμπτώματα. Φαίνεται ότι μπορούσαν να αποδεσμεύονται ευκολότερα από όσα δεν ήταν πλέον δυνατό να αλλάξουν, χωρίς να αφήνουν τη μεταμέλεια να επηρεάζει έντονα τις επόμενες αποφάσεις τους. Οι ερευνητές πρότειναν ότι αυτή η στάση μπορεί να συμβάλλει στη διατήρηση της συναισθηματικής ευεξίας στη μεγαλύτερη ηλικία.
Ορισμένοι άνθρωποι μπορεί με την πάροδο του χρόνου να απεμπλέκονται αποτελεσματικότερα από στόχους ή ευκαιρίες που δεν μπορούν πλέον να ανακτηθούν και να στρέφουν την προσοχή τους σε όσα παραμένουν εφικτά. Αυτή η λειτουργική στάση δεν σημαίνει ότι ξεχνάμε ή ότι παύουμε να λυπόμαστε. Σημαίνει ότι αναγνωρίζουμε τι δεν μπορεί πλέον να αλλάξει και επενδύουμε περισσότερο σε όσα εξακολουθούν να βρίσκονται μπροστά μας.
Από τη σκοπιά της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας, δεν εξετάζουμε μόνο εάν η αρχική απόφαση ήταν σωστή ή λανθασμένη. Εξετάζουμε επίσης τις σκέψεις, τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές που συντηρούν σήμερα το πρόβλημα. Η Γνωστική Συμπεριφορική Θεραπεία μπορεί να μας βοηθήσει να αξιολογήσουμε τον τρόπο με τον οποίο ερμηνεύουμε μια παλιά απόφαση, αλλά και τις στρατηγικές με τις οποίες προσπαθούμε να διαχειριστούμε τη μεταμέλεια.
Αρχικά, αξιολογούμε την απόφαση με βάση τις πληροφορίες που διαθέταμε όταν την πήραμε και όχι μόνο με βάση το αποτέλεσμα που γνωρίζουμε σήμερα. Η εκ των υστέρων μεροληψία μπορεί να κάνει ένα γεγονός να μοιάζει περισσότερο προβλέψιμο από όσο ήταν πραγματικά, οδηγώντας μας στη σκέψη «θα έπρεπε να το είχαμε καταλάβει».
Παράλληλα, χρειάζεται να διαχωρίσουμε την πραγματική μας ευθύνη από την πεποίθηση ότι μπορούσαμε να ελέγξουμε ολόκληρη την έκβαση. Οι επιλογές μας έχουν συνέπειες, αλλά το αποτέλεσμα επηρεάζεται και από τις πράξεις των άλλων, τις συνθήκες και απρόβλεπτους παράγοντες. Η ρεαλιστική ανάληψη ευθύνης μπορεί να μας οδηγήσει σε αλλαγή. Αντίθετα, η υπερεκτίμηση της προσωπικής μας ευθύνης και του ελέγχου που διαθέταμε μπορεί να ενισχύσει την αυτομομφή.
Στο πλαίσιο της θεραπείας μπορούμε επίσης να εξετάσουμε πιο ρεαλιστικά την επιλογή που δεν κάναμε. Όταν μετανιώνουμε, μπορεί να συγκρίνουμε την πραγματική μας ζωή, με όλες τις δυσκολίες της, με μια εξιδανικευμένη εναλλακτική ζωή από την οποία έχουμε αφαιρέσει τα προβλήματα. Δε γνωρίζουμε όμως πώς θα είχε εξελιχθεί πραγματικά αυτός ο διαφορετικός δρόμος. Η πεποίθηση ότι «όλα θα ήταν καλύτερα» αποτελεί υπόθεση και όχι γεγονός.
Ένας ακόμη βασικός στόχος είναι να αναγνωρίσουμε πότε ο αναστοχασμός μετατρέπεται σε μηρυκασμό. Η επαναλαμβανόμενη ανάλυση του παρελθόντος μπορεί να δημιουργεί την αίσθηση ότι προσπαθούμε να κατανοήσουμε το λάθος, χωρίς να προσφέρει νέα πληροφορία ή να οδηγεί σε αλλαγή. Η πιο λειτουργική επεξεργασία είναι προσανατολισμένη σε αυτό που μπορούμε να μάθουμε ή να κάνουμε διαφορετικά. Ο μηρυκασμός, αντίθετα, μπορεί να παρατείνει τη συναισθηματική δυσφορία και να μας κρατά εγκλωβισμένους στα ίδια ερωτήματα.
Όπου είναι δυνατό, η μεταμέλεια μπορεί να οδηγήσει σε επανόρθωση: στην ανάληψη της ευθύνης, σε μια συγγνώμη, στη διόρθωση ενός μέρους της ζημιάς ή στην αλλαγή μιας συμπεριφοράς. Υπάρχουν όμως και καταστάσεις που δεν μπορούν πλέον να αλλάξουν. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η αποδοχή δε σημαίνει ότι εγκρίνουμε όσα συνέβησαν ή ότι παύουμε να λυπόμαστε. Σημαίνει ότι εγκαταλείπουμε σταδιακά την προσπάθεια να αναιρέσουμε νοητικά το παρελθόν και στρέφουμε την προσοχή μας σε όσα μπορούμε ακόμη να επηρεάσουμε στο παρόν.
Μια ζωή χωρίς μεταμέλεια θα ήταν πιθανότατα μια ζωή χωρίς σημαντικές αποφάσεις, δεσμούς και ρίσκο. Όσο επιλέγουμε, θα υπάρχουν δρόμοι που δεν ακολουθήσαμε. Όσο σχετιζόμαστε με άλλους ανθρώπους, θα υπάρχουν στιγμές κατά τις οποίες θα θέλαμε να είχαμε συμπεριφερθεί διαφορετικά. Όσο προσπαθούμε, υπάρχει η πιθανότητα να κάνουμε λάθος.
Ο στόχος δεν είναι να εξαλείψουμε τη μεταμέλεια. Είναι να μπορέσουμε να την αξιοποιήσουμε ως πληροφορία, χωρίς να τη μετατρέψουμε σε ισόβια καταδίκη. Μπορούμε να κοιτάξουμε προς τα πίσω, να αναγνωρίσουμε το λάθος, να αναλάβουμε το μέρος της ευθύνης που μας αναλογεί και να μάθουμε από αυτό. Στη συνέχεια χρειάζεται να στρέψουμε την προσοχή μας στο μοναδικό σημείο στο οποίο μπορούμε ακόμη να δράσουμε: στο παρόν.
Το παρελθόν μπορεί να μας διδάξει. Δε χρειάζεται να αποφασίζει για ολόκληρο το μέλλον μας.
πηγές:
Χρήση του Facebook Στο ερώτημα αυτό προσπαθεί να απαντήσει η ανασκόπηση που πραγματοποιήθηκε από τους Nadkarni και Hoffman (Πανεπιστήμιο...
Υλικά αγαθά και ευτυχία Οι άνθρωποι παρότι ξοδεύουν χρήματα για να νιώσουν ευτυχισμένοι συχνά δεν τα καταφέρνουν, αφού όπως...
Τα παιδιά προσχολικής ηλικίας φαίνεται να πιστεύουν ότι η τροφή δεν μπορεί να έχει δύο ιδιότητες: να «κάνει καλό»...
Μελαγχολία των γιορτών. Πού οφείλεται; Οι γιορτές παρότι συχνά προβάλλονται ως μια περίοδος γεμάτη ευχάριστα συναισθήματα, πολλές φορές μπορεί...