«Θέλω απλώς να είμαι σίγουρος».
Μια φράση που μπορεί να αφορά σχεδόν τα πάντα: μια απόφαση, μια σχέση, ένα σύμπτωμα, μια επαγγελματική επιλογή, ακόμη και μια σκέψη που εμφανίστηκε ξαφνικά στο μυαλό μας. Η επιθυμία να έχουμε κάποιον έλεγχο στη ζωή μας είναι απόλυτα φυσιολογική. Προγραμματίζουμε, οργανωνόμαστε, προβλέπουμε κινδύνους και προσπαθούμε να διορθώνουμε τα λάθη μας. Ο λειτουργικός έλεγχος μάς βοηθά να ανταποκρινόμαστε αποτελεσματικά στις απαιτήσεις της καθημερινότητας.
Η ανάγκη για έλεγχο, όμως, μπορεί κάποιες φορές να αποκτήσει μια διαφορετική λειτουργία. Η αίσθηση ασφάλειας αρχίζει να συνδέεται με το πόσο καλά μπορούμε να προβλέψουμε τα γεγονότα, να μειώσουμε την πιθανότητα ενός λάθους ή να αυξήσουμε τις πιθανότητες του επιθυμητού αποτελέσματος. Αυτή η τάση δεν είναι πάντα εύκολο να αναγνωριστεί ως ανάγκη για έλεγχο. Μπορεί να μοιάζει με υπευθυνότητα, προνοητικότητα, καλή προετοιμασία ή απλώς με την ανάγκη να «το σκεφτούμε λίγο ακόμη».
Κάπου εδώ το «ελέγχω» αρχίζει να πλησιάζει το «άρα υπάρχω». Ο έλεγχος από χρήσιμο εργαλείο μετατρέπεται σε προϋπόθεση όταν χρειάζομαι όλο και περισσότερες πληροφορίες για να πάρω μια απόφαση, έναν ακόμη έλεγχο για να αισθανθώ ασφαλής ή μια επιπλέον διαβεβαίωση για να ηρεμήσω. Τότε μπορεί να εμφανιστεί ένα ενδιαφέρον παράδοξο: η επίμονη προσπάθεια για περισσότερο έλεγχο μπορεί τελικά να στρέφει όλο και περισσότερο την προσοχή μας σε όσα φοβόμαστε ότι μπορεί να ξεφύγουν από αυτόν.
Ας υποθέσουμε ότι φεύγετε από το σπίτι και, λίγα λεπτά αργότερα, αναρωτιέστε αν κλείσατε τον θερμοσίφωνα. Επιστρέφετε, τον ελέγχετε και βλέπετε ότι είναι κλειστός. Η ένταση μειώνεται και για λίγο αισθάνεστε ασφαλείς. Λίγο αργότερα όμως μπορεί να εμφανιστεί μια νέα αμφιβολία: «Το πρόσεξα πραγματικά ή το κοίταξα μηχανικά;». Ο έλεγχος προσφέρει άμεση ανακούφιση και ακριβώς γι’ αυτό είναι εύκολο να επαναληφθεί. Από τη σκοπιά της Συμπεριφορικής Θεραπείας, μια συμπεριφορά που μειώνει γρήγορα το άγχος έχει περισσότερες πιθανότητες να χρησιμοποιηθεί ξανά όταν εμφανιστεί η επόμενη αμφιβολία.
Με το χρόνο όμως το αποτέλεσμα μπορεί να κινηθεί προς την αντίθετη κατεύθυνση από αυτή που επιδιώκουμε. Σε μελέτες βρέθηκε ότι ο επαναλαμβανόμενος έλεγχος να μειώνει τη ζωντάνια και τη λεπτομέρεια της ανάμνησης και να αυξάνει τη δυσπιστία απέναντι στη μνήμη, παρότι η πραγματική ακρίβειά της παρέμενε ουσιαστικά αμετάβλητη. Έτσι, στην προσπάθεια να αποκτήσω μεγαλύτερη ασφάλεια μέσα από τον έλεγχο, μπορεί σταδιακά να αρχίσω να εμπιστεύομαι λιγότερο τον ίδιο μου τον έλεγχο!
Ο έλεγχος φυσικά δε σημαίνει πάντα ότι επιστρέφουμε για να κοιτάξουμε μια κλειδαριά ή έναν θερμοσίφωνα. Μπορεί να εκφράζεται μέσα από την επανειλημμένη αναζήτηση πληροφοριών πριν από μια απόφαση, την υπερβολική προετοιμασία για την αποφυγή ενός λάθους ή την ανάγκη να γνωρίζουμε τι σκέφτεται και τι αισθάνεται κάποιος για εμάς. Μπορεί ακόμη να εμφανίζεται ως συχνή αναζήτηση επιβεβαίωσης από τους γύρω μας. Η επιβεβαίωση είναι πολύ πιθανόν να μας ανακουφίσει. Όταν όμως κάθε καινούργια αμφιβολία οδηγεί στην ανάγκη για μια νέα διαβεβαίωση, η αίσθηση ασφάλειας αρχίζει σταδιακά να εξαρτάται από αυτή τη διαδικασία. Αυτή η υπερβολική αναζήτηση διαβεβαίωσης ανακύπτει σε διαφορετικές αγχώδεις δυσκολίες. Συμπεριφορές που συναντώνται στην τελειοθηρία, στην αναποφασιστικότητα, στην υπερβολική ανησυχία ή στην αποφυγή μπορούν επίσης, σε ορισμένες περιπτώσεις, να εξυπηρετούν έναν παρόμοιο στόχο: να περιορίσουν την πιθανότητα ενός ανεπιθύμητου αποτελέσματος και να αυξήσουν την αίσθηση ότι τα πράγματα βρίσκονται υπό έλεγχο.
Σε αυτό το σημείο η ανάγκη για έλεγχο συναντά συχνά και τη δυσκολία μας απέναντι στο άγνωστο. Όταν το απρόβλεπτο βιώνεται ως ιδιαίτερα απειλητικό, η αναζήτηση περισσότερου ελέγχου μοιάζει ως ένας φυσικός τρόπος προστασίας. Η δυσκολία ανοχής της αβεβαιότητας έχει μελετηθεί σε διαφορετικές αγχώδεις διαταραχές αλλά και στην κατάθλιψη, γεγονός που υποστηρίζει ότι πρόκειται για ένα χαρακτηριστικό, το οποίο σχετίζεται με ένα ευρύτερο φάσμα ψυχολογικών δυσκολιών.
Ο έλεγχος όμως δεν αφορά μόνο όσα συμβαίνουν γύρω μας. Μπορεί να στραφεί και προς τον εσωτερικό μας κόσμο: τις σκέψεις, τα συναισθήματα και τις σωματικές μας αισθήσεις.
Υπάρχει μια λιγότερο εμφανής μορφή ελέγχου: η προσπάθεια να ελέγξουμε τις ίδιες μας τις σκέψεις. Μια δυσάρεστη σκέψη εμφανίζεται και η προσοχή μας στρέφεται πάνω της. Μπορεί να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε γιατί εμφανίστηκε, τι σημαίνει ή πώς θα καταφέρουμε να την απομακρύνουμε. Αντίστοιχα, μπορεί να αρχίσουμε να παρακολουθούμε το άγχος, ένα συναίσθημα ή μια σωματική αίσθηση, αναζητώντας σημάδια ότι υποχωρούν.
Η προσπάθεια αυτή είναι απολύτως κατανοητή: όταν κάτι μας προκαλεί δυσφορία, είναι φυσικό να θέλουμε να το περιορίσουμε ή να το απομακρύνουμε. Το παράδοξο είναι ότι όσο περισσότερο προσπαθούμε να ελέγξουμε ορισμένες εσωτερικές εμπειρίες, τόσο περισσότερο μπορεί να παραμένει στραμμένη η προσοχή μας προς αυτές. Όταν προσπαθούμε συνεχώς να διαπιστώσουμε αν μια σκέψη έχει φύγει, αν το άγχος έχει μειωθεί ή αν ένα συναίσθημα εξακολουθεί να βρίσκεται εκεί, συχνά καταλήγουμε να βιώνουμε ξανά και ξανά στην ίδια εσωτερική εμπειρία.
Έτσι, η προσπάθεια ελέγχου μπορεί να κρατά την προσοχή συνδεδεμένη με εκείνο ακριβώς που προσπαθούμε να αφήσουμε πίσω μας. Και ίσως αυτό να αποτελεί μία από τις πιο χαρακτηριστικές εκφράσεις του ελέγχου: όσο περισσότερο προσπαθούμε να απομακρυνθούμε από κάτι, τόσο περισσότερο η προσοχή μας μπορεί να οργανώνεται γύρω από αυτό.
Αν ο έλεγχος λειτουργεί ως ένας τρόπος να μειώνουμε το άγχος, η λύση δεν είναι απλώς να προσπαθήσουμε να «ελέγχουμε λιγότερο». Χρειάζεται να καταλάβουμε τι είναι αυτό που μας οδηγεί ξανά και ξανά στον έλεγχο και τι συμβαίνει όταν αρχίζουμε σταδιακά να αντιδρούμε διαφορετικά.
Από τη σκοπιά της Γνωστικής Συμπεριφορικής Ψυχοθεραπείας, εξετάζουμε τις σκέψεις, τις προβλέψεις και τις συμπεριφορές που συντηρούν την ανάγκη για έλεγχο. Αντί να προσπαθούμε μόνο να πείσουμε τον εαυτό μας ότι ένας φόβος είναι υπερβολικός, δοκιμάζουμε να αλλάξουμε κάτι στη συμπεριφορά μας και παρατηρούμε τι πραγματικά συμβαίνει. Με αυτόν τον τρόπο έχουμε τη δυνατότητα να ελέγξουμε τις ίδιες τις προβλέψεις που μας οδηγούν στον υπερβολικό έλεγχο.
Η Μεταγνωστική Θεραπεία μετατοπίζει περισσότερο το ενδιαφέρον από το περιεχόμενο μιας σκέψης στον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε σε αυτήν. Δεν είναι πάντοτε απαραίτητο να εξετάσουμε αν μια σκέψη ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα ή όχι. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη προσέγγιση είναι σημαντικότερο να εξετάσουμε γιατί θεωρούμε ότι πρέπει να ασχοληθούμε μαζί της, να την αναλύσουμε ή να προσπαθήσουμε να την ελέγξουμε. Στο μεταγνωστικό μοντέλο, η παρατεταμένη ανησυχία, ο μηρυκασμός, η παρακολούθηση για πιθανές απειλές και ορισμένες προσπάθειες ελέγχου αποτελούν μέρος ενός τρόπου επεξεργασίας που μπορεί να διατηρεί την ψυχολογική δυσφορία.
Είτε το δούμε από τη γνωστικοσυμπεριφορική είτε από τη μεταγνωστική οπτική, το ζητούμενο δεν είναι να εγκαταλείψουμε τον έλεγχο. Ο έλεγχος είναι χρήσιμος και απαραίτητος σε πολλές πλευρές της ζωής. Η δυσκολία αρχίζει όταν γίνεται προϋπόθεση για να αισθανθούμε ασφαλείς ή για να μπορέσουμε να προχωρήσουμε. Η αλλαγή αφορά περισσότερο τη δυνατότητα να αναγνωρίζουμε πότε ο έλεγχος μας εξυπηρετεί και πότε αρχίζει να περιορίζει τις επιλογές μας.
Όπως προαναφέρθηκε, ο λειτουργικός έλεγχος έχει έναν χρήσιμο ρόλο στη ζωή μας. Εξετάζουμε τα δεδομένα πριν από μια σημαντική απόφαση, προετοιμαζόμαστε για μια δύσκολη κατάσταση και αντιμετωπίζουμε τα προβλήματα που μπορούν πράγματι να επιλυθούν. Η ουσιαστική διαφορά βρίσκεται στον βαθμό στον οποίο η αίσθηση ασφάλειας εξαρτάται από την ικανότητά μας να έχουμε τα πράγματα υπό έλεγχο. Μπορούμε να πάρουμε μια απόφαση με τις πληροφορίες που διαθέτουμε σήμερα, αφήνοντας χώρο για όσα ακόμη αγνοούμε. Μπορούμε να προετοιμαστούμε καλά και παράλληλα να αναγνωρίσουμε την παρουσία του απρόβλεπτου. Μπορούμε επίσης να παρατηρήσουμε μια επίμονη σκέψη και να επιλέξουμε πόση προσοχή θα της αφιερώσουμε.
Η αλλαγή επομένως αφορά περισσότερο την ανάπτυξη ευελιξίας απέναντι στον έλεγχο: την ικανότητα να διακρίνουμε πότε υπάρχει ένα πραγματικό πρόβλημα που χρειάζεται δράση και πότε η προσπάθεια επίλυσης περιστρέφεται γύρω από ένα υποθετικό ενδεχόμενο. Σταδιακά, η αίσθηση ασφάλειας μπορεί να βασίζεται λιγότερο στην ικανότητά μας να προβλέπουμε κάθε πιθανή εξέλιξη και περισσότερο στην εμπιστοσύνη ότι θα μπορέσουμε να ανταποκριθούμε σε όσα προκύψουν.
Σε αυτό το σημείο, ο έλεγχος παύει σταδιακά να λειτουργεί μόνο ως λύση και αρχίζει να γίνεται μέρος του ίδιου του προβλήματος: στην προσπάθειά μας να περιορίσουμε όσα μπορεί να ξεφύγουν από αυτόν, μπορεί να καταλήξουμε να αφιερώνουμε όλο και περισσότερο χρόνο και προσοχή ακριβώς σε όσα φοβόμαστε. Το ζητούμενο λοιπόν δεν είναι περισσότερος έλεγχος, αλλά μεγαλύτερη εμπιστοσύνη στην ικανότητά μας να ανταποκρινόμαστε και στο απρόβλεπτο.
πηγές:
Τι είναι οι πυρηνικές πεποιθήσεις; Οι πυρηνικές πεποιθήσεις είναι βαθύτερες και συχνά γενικευμένες αντιλήψεις που έχουμε διαμορφώσει για τον...
Η επαγγελματική εξουθένωση και η κατάθλιψη μπορεί να εμφανίζουν κοινά συμπτώματα, αλλά δεν αποτελούν την ίδια κατάσταση. Έντονη κόπωση,...
Η αποτελεσματική διαχείριση των προβλημάτων που προκύπτουν κατά τη διάρκεια της ανάπτυξης του παιδιού αποτελεί μεγάλη πρόκληση, καθώς οι...
Τι είναι η συναισθηματική νοημοσύνη; Για πολλά χρόνια η ανώτερη επίδοση των εργαζομένων θεωρούνταν αποτέλεσμα των νοητικών ικανοτήτων του....