Επικοινωνήστε 26610 43285
Κλείστε Ραντεβού
Αρχική Άρθρα Μηρυκασμός και ανησυχία: όταν η σκέψη γίνεται φαύλος κύκλος

Μηρυκασμός και ανησυχία: όταν η σκέψη γίνεται φαύλος κύκλος

Χρόνος ανάγνωσης: 6 λεπτά

Κοινοποίηση

  • Γιατί το είπα αυτό;
  • Τι θα έπρεπε να είχα κάνει διαφορετικά;
  • Κι αν πάρω τη λάθος απόφαση;
  • Κι αν συμβεί κάτι κακό;
  • Μήπως μου έχει ξεφύγει κάτι;
  • Εάν το σκεφτώ λίγο περισσότερο, ίσως βρω την απάντηση

Σας είναι οικείες αυτές οι σκέψεις;

Ο μηρυκασμός και η ανησυχία μπορούν να μας κρατούν εγκλωβισμένους σε ερωτήματα που επιστρέφουν ξανά και ξανά. Όλοι επιστρέφουμε νοητικά κάποιες φορές σε μια δύσκολη εμπειρία ή προσπαθούμε να προβλέψουμε τι μπορεί να συμβεί στο μέλλον. Η σκέψη μάς βοηθά να κατανοούμε όσα μας συμβαίνουν, να μαθαίνουμε από τα λάθη και να προετοιμαζόμαστε για τις δυσκολίες.

Υπάρχουν όμως φορές όπου η σκέψη παύει να οδηγεί σε κατανόηση ή δράση. Επαναλαμβάνεται, δημιουργεί περισσότερα ερωτήματα και καταλαμβάνει όλο και μεγαλύτερο μέρος της προσοχής μας. Αντί να πλησιάζουμε σε μια απάντηση, επιστρέφουμε ξανά στο ίδιο σημείο.

Μηρυκασμός και ανησυχία

Ο μηρυκασμός και η ανησυχία αποτελούν δύο συγγενείς μορφές επαναλαμβανόμενης αρνητικής σκέψης.

Ο μηρυκασμός στρέφεται συνήθως προς το παρελθόν, τα λάθη, τις απώλειες και τις αιτίες της τωρινής δυσφορίας:

  • «Γιατί συνέβη;»
  • «Τι έκανα λάθος;»

Η ανησυχία αφορά κυρίως το μέλλον, την αβεβαιότητα και την πιθανότητα μιας αρνητικής εξέλιξης:

  • «Κι αν συμβεί κάτι κακό;»
  • «Πώς μπορώ να είμαι βέβαιος ότι όλα θα πάνε καλά;»

Οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετική κατεύθυνση, αλλά συχνά λειτουργούν με παρόμοιο τρόπο. Η σκέψη επαναλαμβάνεται, διακόπτεται δύσκολα και συχνά δεν καταλήγει σε μια ουσιαστική λύση, απορροφώντας την προσοχή, παρατείνοντας τη συναισθηματική δυσφορία.

Πότε η σκέψη παύει να είναι χρήσιμη;

Η νοητική επιστροφή σε ένα γεγονός μπορεί να μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι συνέβη και να αποφασίσουμε τι θέλουμε να κάνουμε διαφορετικά. Για παράδειγμα, μετά από μια «δύσκολη» συζήτηση μπορεί να σκεφτούμε:

«Μίλησα απότομα επειδή ήμουν θυμωμένος. Χρειάζεται να ζητήσω συγγνώμη και την επόμενη φορά να πάρω λίγο χρόνο πριν απαντήσω».

Η σκέψη αυτή οδηγεί σε κατανόηση και σε μια συγκεκριμένη ενέργεια. Ο μηρυκασμός έχει διαφορετική μορφή:

  • «Γιατί συμπεριφέρομαι πάντοτε έτσι;»
  • «Γιατί δεν μπορώ να αλλάξω;»

Αντίστοιχα, η σκέψη για το μέλλον μπορεί να οδηγήσει σε έναν χρήσιμο προγραμματισμό:

«Έχω μια παρουσίαση την Παρασκευή. Θα προετοιμαστώ την Τρίτη και θα κάνω μια πρόβα την Πέμπτη»

Η ανησυχία συνεχίζεται πέρα από το πρακτικό σχέδιο:

  • «Κι αν, παρόλη την προετοιμασία, τα ξεχάσω όλα;»
  • «Κι αν με ρωτήσουν κάτι που δε γνωρίζω;»

Η λειτουργική σκέψη οδηγεί συνήθως σε μάθηση, απόφαση, αποδοχή ή δράση. Όταν, αντίθετα, γυρίζουμε ξανά και ξανά στα ίδια ερωτήματα, η δυσφορία αυξάνεται και η λύση απομακρύνεται. Η βασική διαφορά βρίσκεται επομένως στο πού οδηγεί η σκέψη.

Γιατί συνεχίζουμε να μηρυκάζουμε ή να ανησυχούμε;

Ο μηρυκασμός και η ανησυχία συχνά λειτουργούν ως προσπάθειες αντιμετώπισης μιας δυσκολίας. Όταν μηρυκάζουμε, συχνά πιστεύουμε ότι η εκτεταμένη ανάλυση θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε τι πήγε λάθος, να βρούμε την αιτία της δυσφορίας ή να αποφύγουμε την επανάληψη ενός λάθους. Ενδεχομένως θεωρούμε ότι η σκέψη θα μας βοηθήσει να προβλέψουμε τους κινδύνους, να προετοιμαστούμε και να αποτρέψουμε μια αρνητική εξέλιξη. Η παρατεταμένη και δύσκολα ελεγχόμενη ανησυχία αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του γενικευμένου άγχους.

Προσπαθούμε να λύσουμε ένα πρόβλημα, να προστατευτούμε ή να περιορίσουμε την αβεβαιότητα. Η διαδικασία, ωστόσο, παραμένει ανοιχτή: για κάθε εξήγηση εμφανίζεται ένα νέο «γιατί», για κάθε σχέδιο δημιουργείται ένα καινούριο «κι αν…». Με αυτόν τον τρόπο, η λύση φαίνεται να χρειάζεται πάντοτε λίγο περισσότερη σκέψη.

Η προσωρινή αίσθηση ελέγχου

Όσο σκεφτόμαστε, αισθανόμαστε ότι κάνουμε κάτι για το πρόβλημα. Η διακοπή της διαδικασίας μοιάζει επικίνδυνη:

  • «Εάν σταματήσω να το αναλύω, μπορεί να μην καταλάβω τι συνέβη»
  • «Εάν σταματήσω να ανησυχώ, μπορεί να μην είμαι προετοιμασμένος»
  • «Εάν χαλαρώσω, κάτι μπορεί να μου ξεφύγει»

Έτσι λοιπόν, η παρατεταμένη σκέψη ταυτίζεται με την υπευθυνότητα, την προετοιμασία ή την επίλυση προβλημάτων.

Ο φαύλος κύκλος της αρνητικής σκέψης

Ο κύκλος μπορεί να ξεκινήσει από ένα λάθος, μια δύσκολη συζήτηση, μια απόφαση, ένα σωματικό σύμπτωμα ή μια αβεβαιότητα. Μια αρχική σκέψη εμφανίζεται:

«Δεν τα πήγα καλά» ή «Κι αν κάτι πάει στραβά;»

Αρχίζουμε να αναλύουμε όσα συνέβησαν ή να εξετάζουμε πιθανά μελλοντικά σενάρια. Όσο περισσότερο ασχολούμαστε με το θέμα, τόσο περισσότερο η προσοχή μας εστιάζει στα λάθη, στις απειλές και στις πιθανές αρνητικές συνέπειες. Η δυσφορία αυξάνεται. Το άγχος, η θλίψη, η ενοχή ή η ντροπή μπορεί να εκληφθούν ως ένδειξη ότι το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα σοβαρό και χρειάζεται περισσότερη σκέψη.

Στη συνέχεια μπορεί να εμφανιστούν συμπεριφορές όπως:

Οι στρατηγικές αυτές μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, αφού ίδια η ανάλυση μπορεί να δημιουργήσει την αίσθηση ότι πλησιάζουμε σε μια απάντηση ή ότι διατηρούμε τον έλεγχο. Σταδιακά ενισχύεται η πεποίθηση ότι η διαδικασία ήταν απαραίτητη, οπότε την επαναλαμβάνουμε με την πρώτη ευκαιρία:

Ο φαύλος κύκλος του μηρυκασμού και της ανησυχίας, Marios Pagkratis Psixologos kerkyra marios pagkratis

Πώς επηρεάζουν την καθημερινότητα;

Ο μηρυκασμός και η ανησυχία όταν αποκτούν μεγάλη διάρκεια, μπορούν να επηρεάσουν σημαντικά την καθημερινότητά μας. Η συνεχής εσωτερική επεξεργασία δεσμεύει την προσοχή. Μπορεί να δυσκολευόμαστε:

  • να συγκεντρωθούμε,
  • να λάβουμε αποφάσεις,
  • να ολοκληρώσουμε μια εργασία,
  • να κοιμηθούμε,
  • να συμμετέχουμε ουσιαστικά σε μια συζήτηση,
  • να απολαύσουμε μια δραστηριότητα,
  • να ξεκουραστούμε,
  • να παραμείνουμε σε επαφή με όσα συμβαίνουν στο παρόν

Ο μηρυκασμός μπορεί να ενισχύει την αυτοκριτική και την απόσυρση. Ενώ η ανησυχία συνδέεται συχνά με επαναλαμβανόμενους ελέγχους, υπερβολική προετοιμασία και χαμηλή ανοχή στην αβεβαιότητα. Αυτός ο τρόπος σκέψης συναντάται σε διαφορετικές ψυχολογικές δυσκολίες, όπως η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές. Η σχέση είναι πιθανότατα αμφίδρομη: η ψυχολογική δυσφορία αυξάνει τον μηρυκασμό και την ανησυχία, ενώ η παρατεταμένη σκέψη μπορεί να διατηρεί τη δυσφορία.

Πώς αντιμετωπίζονται;

Η Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία βοηθά να αναγνωρίσουμε πότε η σκέψη οδηγεί σε κατανόηση και δράση και πότε μετατρέπεται σε έναν επαναλαμβανόμενο κύκλο. Εξετάζει επίσης συμπεριφορές όπως η αποφυγή, οι συνεχείς έλεγχοι και η αναζήτηση διαβεβαιώσεων. Οι συμπεριφορές αυτές προσφέρουν συχνά προσωρινή ανακούφιση, αλλά μπορούν να ενισχύουν μακροπρόθεσμα την αμφιβολία και το άγχος.

Στη Μεταγνωστική Θεραπεία, ο μηρυκασμός και η ανησυχία εντάσσονται στο Γνωσιακό-Προσοχικό Σύνδρομο, ένα ευρύτερο μοτίβο παρατεταμένης σκέψης, εστίασης στην απειλή και προσπαθειών ελέγχου των εσωτερικών εμπειριών.  Η θεραπευτική εργασία βοηθά να διαπιστώσουμε ότι μια σκέψη μπορεί να εμφανιστεί χωρίς να χρειάζεται να αναλυθεί, να ελεγχθεί ή να ακολουθηθεί μέχρι την ολοκλήρωσή της.

Τα ερευνητικά δεδομένα δείχνουν ότι οι γνωστικές και συμπεριφορικές παρεμβάσεις μπορούν να μειώσουν τον μηρυκασμό, την ανησυχία και γενικότερα αυτόν τον επίμονο τρόπο σκέψης. Τα αποτελέσματα για τη Μεταγνωστική Θεραπεία είναι επίσης ιδιαίτερα ενθαρρυντικά, αν και χρειάζονται περισσότερες μελέτες.

Πότε μπορεί να βοηθήσει η ψυχοθεραπεία;

Η ψυχοθεραπεία μπορεί να είναι χρήσιμη όταν ο μηρυκασμός ή η ανησυχία:

  • καταλαμβάνουν σημαντικό μέρος της ημέρας,
  • επηρεάζουν τον ύπνο ή τη συγκέντρωση,
  • δυσκολεύουν τη λήψη αποφάσεων,
  • οδηγούν σε αναβολή, αποφυγή ή συνεχείς ελέγχους,
  • ενισχύουν την αυτοκριτική,
  • περιορίζουν τις σχέσεις και τις καθημερινές δραστηριότητες,
  • συνοδεύονται από παρατεταμένο άγχος, θλίψη ή απελπισία

Χρειάζεται να σταματήσουμε να σκεφτόμαστε;

Οι δυσάρεστες σκέψεις αποτελούν μέρος της ανθρώπινης εμπειρίας. Θα συνεχίσουμε να θυμόμαστε λάθη, να επεξεργαζόμαστε δύσκολες εμπειρίες και να προβληματιζόμαστε για το μέλλον. Με αυτό τον τρόπο μαθαίνουμε και προετοιμαζόμαστε.

Η δυσκολία εμφανίζεται όταν κάθε σκέψη μοιάζει να απαιτεί μια οριστική, βέβαιη απάντηση. Μπορούμε να κοιτάξουμε προς τα πίσω για να μάθουμε, χωρίς να παραμένουμε εγκλωβισμένοι στο παρελθόν. Μπορούμε να κοιτάξουμε προς τα εμπρός για να προετοιμαστούμε, χωρίς να προσπαθούμε να ελέγξουμε ολόκληρο το μέλλον. Ορισμένες σκέψεις μπορούν να παραμείνουν ανολοκλήρωτες. Ορισμένα ερωτήματα μπορούν να μείνουν αναπάντητα. Και μπορούμε να επιστρέψουμε στη ζωή μας, ακόμη και όταν η απόλυτη βεβαιότητα απουσιάζει.

πηγές:

  • Andersson, E., Aspvall, K., Schettini, G., Kraepelien, M., Särnholm, J., Wergeland, G. J., & Öst, L. G. (2025). Efficacy of metacognitive interventions for psychiatric disorders: A systematic review and meta-analysis. Cognitive Behaviour Therapy, 54(2), 276–302
  • Ehring, T., & Watkins, E. R. (2008). Repetitive negative thinking as a transdiagnostic process. International Journal of Cognitive Therapy, 1(3), 192–205
  • Nolen-Hoeksema, S., Wisco, B. E., & Lyubomirsky, S. (2008). Rethinking rumination. Perspectives on Psychological Science, 3(5), 400–424
  • Stenzel, K. L., Keller, J., Kirchner, L., Rief, W., & Berg, M. (2025). Efficacy of cognitive behavioral therapy in treating repetitive negative thinking, rumination, and worry: A transdiagnostic meta-analysis. Psychological Medicine, 55, e31
  • Stenzel, K. L., Keller, J., Kirchner, L., Rief, W., & Berg, M. (2026). Efficacy of cognitive behavioral therapy in treating repetitive negative thinking, rumination, and worry: A transdiagnostic meta-analysis—Corrigendum. Psychological Medicine, 56, e31
  • Watkins, E. R., Moulds, M., & Mackintosh, B. (2005). Comparisons between rumination and worry in a non-clinical population. Behaviour Research and Therapy, 43(12), 1577–1585
  • Watkins, E. R., & Roberts, H. (2020). Reflecting on rumination: Consequences, causes, mechanisms and treatment of rumination. Behaviour Research and Therapy, 127, 103573
  • Wells, A. (2009). Metacognitive Therapy for Anxiety and Depression. Guilford Press
  • Wells, A., & Matthews, G. (1996). Modelling cognition in emotional disorder: The S-REF model. Behaviour Research and Therapy, 34(11–12), 881–888