Ο ψυχολογικός χειρισμός μπορεί να είναι δύσκολο να αναγνωριστεί, ιδιαίτερα όταν εμφανίζεται σταδιακά μέσα σε μια σημαντική σχέση. Η ενοχοποίηση, ο συναισθηματικός εκβιασμός, το gaslighting και η παραβίαση των ορίων μπορούν να περιορίσουν την ελευθερία του ανθρώπου να αποφασίζει. Στο άρθρο εξετάζουμε τα σημάδια, τις συχνότερες τεχνικές και τους ασφαλέστερους τρόπους αντιμετώπισης.
Ο ψυχολογικός χειρισμός είναι μια προσπάθεια επηρεασμού της συμπεριφοράς, των αποφάσεων ή της αντίληψης ενός άλλου ανθρώπου με τρόπους που περιορίζουν την ελεύθερη και ενημερωμένη επιλογή του. Μπορεί να περιλαμβάνει παραπλάνηση, απόκρυψη προθέσεων, ενοχοποίηση, συναισθηματική πίεση ή εκφοβισμό.
Διαφέρει από την υγιή επιρροή. Η υγιής επιρροή βασίζεται στην ειλικρινή επικοινωνία, σέβεται το δικαίωμα διαφωνίας και αφήνει στον άλλον πραγματική δυνατότητα άρνησης. Στον ψυχολογικό χειρισμό, αντίθετα, ο πραγματικός στόχος μπορεί να αποκρύπτεται ή να επιδιώκεται μέσω ενοχής, φόβου, σύγχυσης ή πίεσης.
Οι χειριστικές συμπεριφορές μπορεί να προέρχονται από συντρόφους, γονείς, φίλους, συναδέλφους, προϊσταμένους, καθηγητές. Δυνητικά εμφανίζονται σε κάθε είδος ανθρώπινης επαφής: προσωπικές, οικογενειακές, φιλικές, επαγγελματικές, ακαδημαϊκές σχέσεις. Επειδή στις στενές προσωπικές σχέσεις ο ψυχολογικός χειρισμός μπορεί να είναι ιδιαίτερα δύσκολο να αναγνωριστεί, τα περισσότερα παραδείγματα του άρθρου εστιάζουν στη σχέση με έναν σύντροφο.
Όπως προαναφέρθηκε, η αντίληψη του ψυχολογικού χειρισμού συχνά δεν είναι σαφής. Μερικές ενδείξεις που θα μπορούσαν να σας υποψιάσουν ότι βρίσκεστε σε μία χειριστική σχέση είναι:
Καμία από τις παραπάνω εμπειρίες δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει ψυχολογικός χειρισμός. Περισσότερη σημασία έχει εάν συνυπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο πίεσης, ελέγχου, παραπλάνησης ή παραβίασης των ορίων.
Ορισμένες ανάγκες, πεποιθήσεις και προηγούμενες εμπειρίες μπορεί να δυσκολεύουν έναν άνθρωπο να αναγνωρίσει εγκαίρως το χειρισμό, να εμπιστευτεί την κρίση του ή να προστατεύσει τα όριά του. Οι παράγοντες αυτοί δεν προκαλούν τη χειριστική συμπεριφορά και δεν μεταφέρουν την ευθύνη στο άτομο που την υφίσταται:
Οι χειριστικές συμπεριφορές δεν περιορίζονται σε ένα συγκεκριμένο φύλο, μια ηλικιακή ομάδα ή έναν τύπο προσωπικότητας. Μπορούν να εμφανιστούν σε κάθε είδος σχέσης και να χρησιμοποιηθούν από διαφορετικούς ανθρώπους, άλλοτε περιστασιακά και άλλοτε ως ένα πιο σταθερό μοτίβο επικοινωνίας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, το άτομο μπορεί να προσπαθεί να επηρεάσει τον άλλον χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως τον αντίκτυπο της συμπεριφοράς του. Μπορεί να ενεργεί από φόβο, ανασφάλεια, δυσκολία να εκφράσει άμεσα τις ανάγκες του ή φόβο απόρριψης. Σε άλλες περιπτώσεις, οι χειριστικές τακτικές χρησιμοποιούνται πιο συνειδητά, με στόχο τον έλεγχο της συμπεριφοράς του άλλου ή την επίτευξη προσωπικού οφέλους.
Η παρουσία χειριστικών συμπεριφορών δεν αρκεί για να αποδώσουμε σε κάποιον μια ψυχιατρική διάγνωση και δε συνδέεται αποκλειστικά με κάποια συγκεκριμένη διαταραχή προσωπικότητας. Περισσότερη σημασία έχει να εξετάσουμε τη συχνότητα, την ένταση και τις συνέπειες της συμπεριφοράς: εάν παραβιάζει συστηματικά τα όρια του άλλου, εάν βασίζεται στον φόβο ή στην ενοχή και εάν περιορίζει την ελευθερία του να αποφασίζει.
Η ευθύνη για τη χειριστική συμπεριφορά ανήκει πάντοτε στο άτομο που τη χρησιμοποιεί. Ο άνθρωπος που την υφίσταται δεν την προκαλεί ούτε ευθύνεται για τη συνέχισή της.
Συχνά προσαρμόζει τη συμπεριφορά του επειδή φοβάται τη σύγκρουση, αισθάνεται ενοχές, αμφισβητεί την κρίση του ή προσπαθεί να διατηρήσει μια σημαντική σχέση. Η υποχώρηση μπορεί επίσης να αποτελεί έναν τρόπο προσωρινής προστασίας απέναντι στην πίεση, στην απόρριψη ή στον εκφοβισμό. Επομένως, δεν είναι ωφέλιμο να θεωρούμε ότι το άτομο «συνεργάζεται» με εκείνον που προσπαθεί να το ελέγξει.
Αυτό δε σημαίνει ότι δεν μπορεί να ανακτήσει σταδιακά περισσότερο έλεγχο στη ζωή του. Όταν αυτό είναι ασφαλές και εφικτό, μπορεί να μάθει να αναγνωρίζει τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα, να εμπιστεύεται περισσότερο την αντίληψή του, να αναζητά υποστήριξη και να θέτει σαφέστερα όρια.
Ο ψυχολογικός χειρισμός δεν εκδηλώνεται πάντοτε με φανερές απειλές ή επιθετική συμπεριφορά. Συχνά παίρνει πιο έμμεσες μορφές, οι οποίες δημιουργούν ενοχή, φόβο, σύγχυση ή αμφιβολία και περιορίζουν σταδιακά την ελευθερία του άλλου να αποφασίζει.
Δεν αποτελεί κάθε χειριστική συμπεριφορά από μόνη της ψυχολογική κακοποίηση. Όταν, όμως, οι συμπεριφορές εντάσσονται σε ένα επίμονο μοτίβο απειλών, παρακολούθησης, απομόνωσης και περιορισμού της αυτονομίας του άλλου, μπορεί να μιλάμε για εξαναγκαστικό έλεγχο ή για κακοποιητική σχέση.
Το άτομο προσπαθεί να πετύχει αυτό που επιθυμεί προκαλώντας στον άλλον ενοχές: «Μετά από όλα όσα έχω κάνει για σένα, αυτό είναι το ευχαριστώ;»
Η ενοχή δεν προκύπτει από μια ειλικρινή συζήτηση για τις συνέπειες μιας συμπεριφοράς, αλλά χρησιμοποιείται ως μέσο πίεσης, ώστε το άλλο άτομο να υποχωρήσει.
Η αποδοχή, η αγάπη ή η διατήρηση της σχέσης παρουσιάζονται ως εξαρτώμενες από τη συμμόρφωση του άλλου: «Αν με αγαπούσες πραγματικά, θα το έκανες».
Ο συναισθηματικός εκβιασμός μπορεί επίσης να περιλαμβάνει απειλές εγκατάλειψης, απόρριψης ή αυτοκαταστροφικής συμπεριφοράς. Όταν υπάρχουν απειλές αυτοτραυματισμού ή αυτοκτονίας, χρειάζεται να αντιμετωπίζονται σοβαρά και να αναζητείται άμεσα επαγγελματική βοήθεια, χωρίς το άλλο άτομο να αναλαμβάνει μόνο του την ευθύνη για την ασφάλεια κάποιου.
Ο άλλος αρνείται συστηματικά γεγονότα, συνομιλίες ή συμπεριφορές που έχουν συμβεί και παρουσιάζει την αντίληψη του ατόμου ως αναξιόπιστη:
Όταν αυτό επαναλαμβάνεται, το άτομο μπορεί να αρχίσει να αμφισβητεί τη μνήμη, την κρίση και τα συναισθήματά του. Ο όρος gaslighting χρησιμοποιείται συχνά για να περιγράψει αυτό το επίμονο μοτίβο. Δεν αφορά, όμως, κάθε διαφωνία ή διαφορετική ανάμνηση ενός γεγονότος.
Αντί να αναγνωρίσει τη συμπεριφορά του, το άτομο μεταφέρει την ευθύνη στον άλλον: «Αν δεν με προκαλούσες, δε θα σου μιλούσα έτσι».
Με αυτόν τον τρόπο, εκείνος που υφίσταται τη συμπεριφορά καλείται να απολογηθεί ή να αλλάξει, ενώ το αρχικό ζήτημα αποφεύγεται.
Η προσωρινή απομάκρυνση μπορεί να είναι χρήσιμη όταν κάποιος χρειάζεται χρόνο για να ηρεμήσει και εξηγεί ότι θα επιστρέψει στη συζήτηση. Διαφέρει από την τιμωρία της σιωπής, κατά την οποία η επικοινωνία διακόπτεται σκόπιμα για να προκληθούν άγχος, ενοχή ή υποχώρηση.
Το άτομο μπορεί να αισθάνεται ότι πρέπει να εγκαταλείψει τις ανάγκες ή την άποψή του για να αποκατασταθεί η επαφή.
Οι απειλές μπορεί να είναι άμεσες ή συγκαλυμμένες και να αφορούν τη σχέση, την εργασία, τα παιδιά, τα οικονομικά ή την κοινωνική εικόνα του ατόμου:
Ο στόχος δεν είναι η επίλυση της διαφωνίας, αλλά η δημιουργία φόβου και η αποτροπή της αντίδρασης.
Οι ανάγκες, οι απόψεις ή τα συναισθήματα του άλλου παρουσιάζονται ως παράλογα, αστεία ή ασήμαντα. Η υποτίμηση μπορεί να εμφανίζεται ως «χιούμορ», ακόμη και όταν το άτομο έχει εκφράσει ότι πληγώνεται: «Δεν αντέχεις ούτε ένα αστείο».
Με την πάροδο του χρόνου, η συστηματική απαξίωση μπορεί να αποδυναμώσει την αυτοπεποίθηση και να κάνει το άτομο περισσότερο εξαρτημένο από την αξιολόγηση του άλλου.
Το άτομο αποθαρρύνεται ή εμποδίζεται να διατηρεί επαφή με φίλους, συγγενείς ή άλλες πηγές υποστήριξης. Αυτό μπορεί να γίνεται μέσω ζήλιας, συνεχούς κριτικής, δημιουργίας συγκρούσεων ή απαίτησης διαρκούς διαθεσιμότητας.
Η απομόνωση περιορίζει τη δυνατότητα του ανθρώπου να ακούσει διαφορετικές απόψεις, να ζητήσει βοήθεια και να αξιολογήσει πιο καθαρά όσα συμβαίνουν.
Περίοδοι έντονης προσοχής, τρυφερότητας ή επιβράβευσης μπορεί να εναλλάσσονται με ψυχρότητα, υποτίμηση ή απομάκρυνση. Η απρόβλεπτη αυτή εναλλαγή δημιουργεί σύγχυση και μπορεί να κάνει το άτομο να προσπαθεί ακόμη περισσότερο να επαναφέρει την προηγούμενη εγγύτητα.
Η παρουσία μιας από αυτές τις συμπεριφορές δεν αποδεικνύει από μόνη της ότι υπάρχει ένα σταθερό μοτίβο ψυχολογικού χειρισμού. Χρειάζεται να εξετάζουμε πώς συνδυάζονται οι συμπεριφορές, πόσο συχνά επαναλαμβάνονται και εάν προκαλούν φόβο, περιορισμό, σύγχυση ή απώλεια της προσωπικής ελευθερίας.
Η θέσπιση ορίων και η ανοιχτή επικοινωνία δεν είναι πάντοτε οι ασφαλέστερες επιλογές. Όταν ο ψυχολογικός χειρισμός συνοδεύεται από απειλές, εκφοβισμό, σωματική βία, παρακολούθηση, οικονομικό έλεγχο, καταστροφή αντικειμένων ή φόβο για την προσωπική ασφάλεια, μια άμεση αντιπαράθεση μπορεί να προκαλέσει κλιμάκωση.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, προτεραιότητα δεν είναι να αποδείξει το άτομο ότι έχει δίκιο ή να πείσει τον άλλον να αλλάξει. Προτεραιότητα είναι να προστατευτεί και να αναζητήσει υποστήριξη. Μπορεί να είναι χρήσιμο:
Η απομάκρυνση από μια ελεγκτική ή κακοποιητική σχέση δεν είναι πάντοτε απλή και μπορεί να χρειάζεται προσεκτικό σχεδιασμό. Το γεγονός ότι κάποιος δυσκολεύεται να φύγει ή επιστρέφει στη σχέση δεν σημαίνει ότι επιλέγει την κακοποίηση ή ότι ευθύνεται για αυτήν. Ο φόβος, η οικονομική εξάρτηση, η απομόνωση, η παρουσία παιδιών και η ελπίδα ότι η κατάσταση θα αλλάξει μπορούν να κάνουν τις αποφάσεις ιδιαίτερα δύσκολες.
Σε περίπτωση άμεσου κινδύνου, χρειάζεται να ζητηθεί επείγουσα βοήθεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες. Η αναζήτηση υποστήριξης δεν αποτελεί υπερβολική αντίδραση, αλλά ένα σημαντικό βήμα προστασίας.
Δεν υπάρχει ένας τρόπος αντιμετώπισης που να είναι κατάλληλος για κάθε άνθρωπο και κάθε σχέση. Η διαχείριση εξαρτάται από τη συχνότητα και την ένταση των συμπεριφορών, από τη δυνατότητα επικοινωνίας και, κυρίως, από το εάν υπάρχει ασφάλεια μέσα στη σχέση.
Δώστε προσοχή όχι μόνο σε όσα λέει ο άλλος αλλά και στη συνέπεια ανάμεσα στα λόγια και στις πράξεις του. Ένα μεμονωμένο περιστατικό δεν αρκεί πάντοτε για να μιλήσουμε για ψυχολογικό χειρισμό. Πιο ενδεικτική είναι η συστηματική χρήση ενοχής, φόβου, σύγχυσης, απειλών ή συναισθηματικής απομάκρυνσης για να αλλάξει η απόφασή σας.
Ο ψυχολογικός χειρισμός μπορεί να σας οδηγήσει να αμφισβητείτε όσα αισθάνεστε και αντιλαμβάνεστε. Η καταγραφή συγκεκριμένων περιστατικών ή η συζήτησή τους με έναν άνθρωπο που εμπιστεύεστε μπορεί να σας βοηθήσει να αποκτήσετε καθαρότερη εικόνα για το τι συμβαίνει. Η καταγραφή χρειάζεται να γίνεται μόνο εφόσον είναι ασφαλής και δεν μπορεί να εντοπιστεί ή να χρησιμοποιηθεί εναντίον σας.
Η έκφραση των συναισθημάτων και των αναγκών σας μπορεί να είναι χρήσιμη όταν ο άλλος είναι πρόθυμος να ακούσει, να αναγνωρίσει την επίδραση της συμπεριφοράς του και να αναλάβει την ευθύνη που του αναλογεί.
Μπορείτε, για παράδειγμα, να αναφερθείτε σε μια συγκεκριμένη συμπεριφορά και στο αποτέλεσμα που έχει πάνω σας: «Όταν σταματάς να μου μιλάς επειδή διαφωνώ μαζί σου, αισθάνομαι ότι πιέζομαι να αλλάξω την απόφασή μου».
Εάν όμως κάθε προσπάθεια επικοινωνίας οδηγεί συστηματικά σε ειρωνεία, εκφοβισμό, απειλές, αντιστροφή των ευθυνών ή μεγαλύτερη πίεση, ίσως δεν είναι βοηθητικό να συνεχίζετε να προσπαθείτε να πείσετε τον άλλον ότι η συμπεριφορά του είναι άδικη. Προτεραιότητα τότε γίνεται η προστασία σας και η αναζήτηση υποστήριξης.
Τα όρια δεν έχουν στόχο να ελέγξουν τη συμπεριφορά του άλλου. Περιγράφουν τι είστε διατεθειμένοι να δεχτείτε και πώς θα ενεργήσετε εσείς εάν το όριο παραβιαστεί. Για παράδειγμα: «Μπορούμε να συζητήσουμε τη διαφωνία μας, αλλά δε θα συνεχίσω τη συζήτηση όσο υπάρχουν προσβολές».
Είναι σημαντικό τα όρια να είναι σαφή, ρεαλιστικά και να αφορούν ενέργειες που μπορείτε πραγματικά να εφαρμόσετε.
Ο ψυχολογικός χειρισμός συχνά συνοδεύεται από απομόνωση. Η επικοινωνία με φίλους, συγγενείς ή έναν ειδικό ψυχικής υγείας μπορεί να σας βοηθήσει να αξιολογήσετε την κατάσταση χωρίς την πίεση που υπάρχει μέσα στη σχέση.
Η ψυχοθεραπεία μπορεί να συμβάλει στην αναγνώριση των δυσλειτουργικών μοτίβων, στην ενίσχυση της αυτοεκτίμησης και της διεκδικητικότητας και στη διαμόρφωση ορίων. Δεν έχει ως στόχο να αποδώσει ευθύνη στο άτομο που υφίσταται τον χειρισμό, αλλά να το βοηθήσει να κατανοήσει καλύτερα τις επιλογές του και να προστατεύσει τον εαυτό του.
Η αναγνώριση του ψυχολογικού χειρισμού δεν είναι πάντοτε εύκολη, ιδιαίτερα όταν έχει αναπτυχθεί σταδιακά μέσα σε μια σημαντική σχέση. Το ζητούμενο δεν είναι να αποδίδουμε εύκολα ταμπέλες, αλλά να εξετάζουμε εάν υπάρχει ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο που περιορίζει την ελευθερία, την ασφάλεια και την εμπιστοσύνη του ανθρώπου στον εαυτό του.
πηγές
Οι περισσότεροι έχουμε βρεθεί σε καταστάσεις όπου: – Θέλουμε να συντομεύσουμε μία κλήση από διαφημιστική εταιρία… – Ένας συνεργάτης...
Τι είναι η συναισθηματική νοημοσύνη; Για πολλά χρόνια η ανώτερη επίδοση των εργαζομένων θεωρούνταν αποτέλεσμα των νοητικών ικανοτήτων του....
Τι είναι η ζήλια; Πρόκειται για το συναίσθημα που προκύπτει όταν φοβόμαστε ότι η «ιδιαίτερη» σχέση που έχουμε με...
Η τελειομανία ή, όπως αποδίδεται επίσης, τελειοθηρία (τέλειος + θήρα = κυνήγι) δεν είναι απλώς η επιθυμία να κάνουμε...