Βρίσκετε αρκετές από αυτές τις διατυπώσεις οικείες; Περιγράφουν σε σημαντικό βαθμό τον τρόπο που αλληλεπιδράτε με άλλους ανθρώπους;
Εάν αυτά συμβαίνουν είναι πιθανόν να ανήκετε σε μια κατηγορία ανθρώπων που νιώθουν έντονα την ανάγκη να ικανοποιούν τους άλλους, ακόμη κι αν αυτό έχει ως συνέπεια τη δυσφορία, τη μη ικανοποίηση των προσωπικών αναγκών και εν τέλη την αποφυγή της ζωής που οι ίδιοι θα επιθυμούσατε.
Συχνά η τάση να ευχαριστούμε τους άλλους, να είμαστε το «καλό παιδί», έχει ως αφετηρία τη σκέψη ότι χρειάζεται όλοι να μας συμπαθούν και να μας αποδέχονται. Προς σε αυτή την κατεύθυνση καταβάλλεται μεγάλη προσπάθεια, αφού η αυτοεκτίμηση καθορίζεται από την αποδοχή που λαμβάνεται από τους άλλους. Για το σκοπό, οι ανάγκες των υπολοίπων ανθρώπων τίθενται υψηλότερα από τις δικές μας. Υπάρχει η πεποίθηση ότι το να είναι κανείς «καλός» θα τον προστατεύσει από την απόρριψη ή/και την εγκατάλειψη. Παράλληλα, υιοθετούνται απαιτητικοί-άκαμπτοι κανόνες ζωής, ασκείται αυστηρή κριτική, έχοντας τελειοθηρικές προσδοκίες από τον εαυτό, ώστε να υπάρξει η πολυπόθητη καθολική αποδοχή.
Σε συμπεριφορικό επίπεδο, γίνεται υπερπροσπάθεια ώστε το άτομο να κάνει πολλά πράγματα για τους άλλους, δε λέει όχι, σπάνια αναθέτει εργασίες αφού αυτό μπορεί να ενοχλήσει-επιβαρύνει τους άλλους και μοιραία εμπλέκεται σε πολλές εργασίες σε υπερθετικό βαθμό. Αυτές οι αυτοκαταστροφικές, στρεσογόνες και επαναλαμβανόμενες συμπεριφορές πολλές φορές αποτυπώνονται, με αρνητικές συνέπειες και στην υγεία του ατόμου, σωματική ή ψυχολογική. Παρόλο όμως τον αντίκτυπο που έχουν εξακολουθούν να υφίστανται εξαιτίας της υπερβολικής, σχεδόν εθιστικής, ανάγκης αποδοχής.
Η συνεχής προσπάθεια της ικανοποίησης των άλλων μπορεί επίσης να οφείλεται στην επιδίωξη αποφυγής των αρνητικών συναισθημάτων. Για παράδειγμα, στην αποφυγή του άγχους που συνοδεύει μία αντιπαράθεση με κάποιον. Έτσι, ο ρόλος του «καλού παιδιού» είναι μία εκούσια διαδικασία προστασίας του εαυτού από το φόβο του θυμού, της σύγκρουσης και της οποιασδήποτε αντιπαράθεσης.
Συχνά η τάση κάποιου ανθρώπου να ευχαριστεί τους άλλους, δεν αναγνωρίζεται καν σαν πρόβλημα:
Γιατί άλλωστε να είναι πρόβλημα το να προσπαθεί κάποιος να κάνει τους άλλους χαρούμενους;
Ένας people pleaser ουσιαστικά ελέγχεται από την ανάγκη να ικανοποιεί τους άλλους και είναι «εθισμένος» στην αποδοχή τους. Δεν πρόκειται απλά για μια κατάσταση όπου υπάρχει δυσκολία να πει όχι στις προτροπές, προσκλήσεις ή επιθυμίες των άλλων. Είναι κάτι πιο σύνθετο, αφού τα συναισθήματα καθορίζονται ανάλογα με τις προσδοκίες που έχουν οι άλλοι από το άτομο και πόσο αυτό μπορεί να τις ικανοποιήσει. Αρκεί η υποψία ότι κάποιος χρειάζεται βοήθεια, ώστε να ενεργοποιηθεί ο μηχανισμός του «καλού παιδιού».
Σε αυτό το πλαίσιο, το άτομο έχει αναπτύξει ένα σύστημα αρκετά ευαίσθητο στην αξιολόγηση και αντίληψη των αναγκών των άλλων. Το οξύμωρο είναι ότι ενώ το προαναφερθέν σύστημα υπερλειτουργεί, το αντίστοιχο σύστημα αντίληψης των προσωπικών του αναγκών είναι «τυφλό», αφού αγνοείται πλήρως η εσωτερική φωνή που υποδεικνύει τις προσωπικές ανάγκες, δρώντας εναντίον των ατομικών ενδιαφερόντων και επιθυμιών.
Μία ακόμη σημαντική διάσταση του φαινομένου είναι το γεγονός ότι η αυτοεκτίμηση στηρίζεται στο πόσα κάνει για τους άλλους και στο πόσο επιτυχημένη είναι η προσπάθεια για την ικανοποίησή τους. Η εκπλήρωση την αναγκών των άλλων γίνεται η μαγική συνταγή για την αγάπη και την αυτοαξία, θεωρώντας ότι με αυτό τον τρόπο προστατεύεται από την απόρριψη και την εγκατάλειψη. Φυσικά, η προσέγγιση αυτή δε λειτουργεί όπως το άτομο προσδοκά και βρίσκεται εγκλωβισμένο σε ένα φαύλο κύκλο όπου κυνηγά διαρκώς την επιβεβαίωση και την επικύρωση από τους γύρω…
Επιπρόσθετο κόστος είναι ο χειρισμός. Οδηγούμενα από την ανάγκη αποδοχής τα άτομα αυτά πολλές φορές γίνονται εύκολα αντικείμενα χειρισμού. Οι άλλοι μπορεί να εκμεταλλευτούν την κατάσταση και η τάση να «είμαι καλός» δεν επιτρέπει καν να γίνουν αντιληπτές οι προσπάθειες χειραγώγησης και εκμετάλλευσης.
Στη βάση της «καλοσύνης» βρίσκεται ένας βαθύς φόβος αρνητικών συναισθημάτων: φόβος απόρριψης, φόβος εγκατάλειψης, φόβος αντιπαράθεσης ή σύγκρουσης, φόβος κριτικής, φόβος να μείνει μόνη, φόβος θυμού. Σαν «καλό παιδί» υπάρχει η ενδιάμεση πεποίθηση ότι «αν είμαι καλή και κάνω αυτά που οι άλλοι θέλουν, θα αποφύγω εγώ ή/και οι άλλοι τα δυσάρεστα συναισθήματα». Ωστόσο με αυτή την προσέγγιση δημιουργείται μια παγίδα: αποφεύγονται μεν τα αρνητικά συναισθήματα προς το ίδιο το άτομο από τους άλλους, ταυτόχρονα δεν υπάρχουν τα περιθώρια βιώματος και έκφρασης αυτών των αρνητικών συναισθημάτων.
Θέτοντας εμπόδια στα αρνητικά συναισθήματα, οι κοντινές σχέσεις πλήττονται αφού γίνονται δέσμιες της ικανοποίησης και της σκληρής προσπάθειας για την προστασία τους. Η έλλειψη έκφρασης των αρνητικών συναισθημάτων έχει ως αποτέλεσμα οι σχέσεις να χάνουν την αυθεντικότητά τους, αφού αποφεύγεται να γίνει οποιαδήποτε αναφορά στο τι κάνει κάποιον δυστυχή, θυμωμένο, ενοχλημένο ή απογοητευμένο, στερώντας έτσι τη δυνατότητα της επίλυσης των ζητημάτων που οδηγούν στα αρνητικά συναισθήματα. Υποδόρια, η πικρία και η ματαίωση κοχλάζουν και ενδεχομένως έρχονται στην επιφάνεια με την μορφή επιθετικότητας ή μη ελεγχόμενου θυμού επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τη σχέση.
Θα ήταν χρήσιμο να θυμόμαστε ότι τα αρνητικά συναισθήματα είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ανθρώπινης ύπαρξης. Χρειάζεται ωστόσο η εκμάθηση της διαχείρισής τους με λειτουργικό τρόπο. Στην κατεύθυνση αυτή, η έκφρασή τους μπορεί να είναι ένα χρήσιμο εργαλείο επικοινωνίας των ανθρώπων. Ενώ η αγνόησή τους μπορεί να έχει μεταξύ άλλων ως αποτέλεσμα τη σωματοποίηση τους, με τη μορφή πονοκεφάλων, πόνων στην πλάτη, στο στομάχι ή άλλα σωματικά συμπτώματα σχετιζόμενα με το στρες.
Συμπερασματικά, όσο περισσότερο ταυτιζόμαστε με το «καλό παιδί», και όχι με το ρεαλιστικό εαυτό μας, τόσο περισσότερο θα ταλαιπωρούμαστε από επίμονες αμφιβολίες, ανησυχίες και εμμένοντες φόβους.
Προκειμένου να βγούμε από αυτό το φαύλο κύκλο, που όπως προαναφέρθηκε μπορεί να έχει αρνητικό αντίκτυπο στη σωματική ή/και στην ψυχική υγεία (πχ. κατάθλιψη, αγχώδεις διαταραχές κ.ά.), η Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία αποτελεί ένα αποτελεσματικό εργαλείο. Η διαχείριση των συναισθημάτων, η θέσπιση ορίων, η εκμάθηση της διεκδίκησης, η επαναξιολόγηση του εαυτού με ρεαλιστικούς όρους, η ιεράρχηση των προτεραιοτήτων, αποτελούν ορισμένα πεδία όπου η ψυχοθεραπευτική παρέμβαση θα εστιάσει, με σκοπό να απελευθερώσει το άτομο από δυσλειτουργικές σκέψεις και συμπεριφορές, ώστε να κερδίσει τη ζωή που επιθυμεί δίχως το βάρος της απόρριψης που το ταλανίζει.
πηγή: Braiker Η (2000) The Disease to Please. Curing the People-Pleasing Syndrome
Η γνωστική συμπεριφορική ψυχοθεραπεία είναι κοινά αποδεκτό ότι έχει θετικά αποτελέσματα στο φάσμα των Ιδεοψυχαναγκαστικών διαταραχών. Πόσο όμως διαρκούν...
H Γνωστική Συμπεριφορική Ψυχοθεραπεία αποτελεί την πιο οικονομικά αποδοτική θεραπεία για τη διαταραχή πανικού, συγκρίνοντάς την με τη φαρμακοθεραπεία...
Οφέλη από τη διακοπή καπνίσματος στην ψυχική υγεία Η διακοπή του καπνίσματος μειώνει: το άγχος την κατάθλιψη το στρες...
Μελαγχολία των γιορτών. Πού οφείλεται; Οι γιορτές παρότι συχνά προβάλλονται ως μια περίοδος γεμάτη ευχάριστα συναισθήματα, πολλές φορές μπορεί...